
• Πάνω από τα 2,05€ η τιμή σε Πάτμο και Λειψούς • Στα Δωδεκάνησα, ο μέσος όρος έχει σκαρφαλώσει στα 1,89 ευρώ, με την τάση να παραμένει σταθερά αυξητική • Γιατί πληρώνουμε 15 ευρώ παραπάνω στο γέμισμα από την Αθήνα • Η «βόμβα» του Diesel και οι επιπτώσεις στα προϊόντα • Η επιβάρυνση αποτελεί έναν μόνιμο «φόρο γεωγραφικής θέσης» που καταβάλλουν οι νησιώτες
Η ανησυχία που επικρατεί εδώ και λίγες ημέρες στα αστικά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας για την άνοδο των τιμών στα καύσιμα, στα Δωδεκάνησα έχει ήδη μετατραπεί σε μια σκληρή, καθημερινή πραγματικότητα.
Οι εξελίξεις στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής και η συνεπακόλουθη άνοδος των διεθνών τιμών του αργού πετρελαίου Brent, που πλέον κινείται σταθερά πάνω από τα 85 δολάρια το βαρέλι, προκάλεσαν ένα άμεσο κύμα ανατιμήσεων που πλήττει με ιδιαίτερη σφοδρότητα τη νησιωτική μας περιοχή.
Χθες Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2026, οι κάτοικοι του νοτιοανατολικού Αιγαίου βρίσκονται αντιμέτωποι με τιμές που σε αρκετές περιπτώσεις «σπάνε» το ψυχολογικό και οικονομικό φράγμα των δύο ευρώ ανά λίτρο, επαναφέροντας το ζήτημα της νησιωτικότητας και του κόστους ζωής στην κορυφή της τοπικής ατζέντας.
Η σύγκριση των μεγεθών ανάμεσα στην Αθήνα και τα Δωδεκάνησα αποκαλύπτει μια χαοτική διαφορά. Ενώ στα μεγάλα αστικά κέντρα της Αττικής η μέση τιμή της απλής αμόλυβδης βενζίνης κυμαίνεται μεταξύ 1,72 και 1,74 ευρώ το λίτρο, επίπεδο που ήδη προκαλεί αντιδράσεις στους οδηγούς του κέντρου, στα Δωδεκάνησα αυτές οι τιμές θεωρούνται πλέον «μακρινό παρελθόν».
Στα Δωδεκάνησα, ο μέσος όρος έχει σκαρφαλώσει στα 1,89 ευρώ, με την τάση να παραμένει σταθερά αυξητική. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ένας οδηγός στη Ρόδο ή την Κω καλείται να πληρώσει από 7 έως 9 ευρώ περισσότερα για να γεμίσει το ρεζερβουάρ του (50 λίτρα) σε σχέση με έναν κάτοικο της πρωτεύουσας. Η επιβάρυνση αποτελεί έναν μόνιμο «φόρο γεωγραφικής θέσης» που καταβάλλουν οι νησιώτες.
Σε αντίθεση με τα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου η ύπαρξη μέσων σταθερής τροχιάς και η πυκνότητα των αστικών συγκοινωνιών προσφέρει μια εναλλακτική διέξοδο, στα Δωδεκάνησα η μετακίνηση με το ιδιωτικό αυτοκίνητο δεν αποτελεί επιλογή πολυτελείας, αλλά αδήριτη ανάγκη.
Για τον επαγγελματία που δραστηριοποιείται στην ύπαιθρο της Ρόδου, τον αγρότη της Κω ή τον κάτοικο των χωριών της Καρπάθου που πρέπει να μεταβεί στο κέντρο για ιατρικές εξετάσεις, η άνοδος της βενζίνης λειτουργεί ως μια έμμεση και βίαιη περικοπή μισθού. Όταν η διαφορά από το κέντρο της Αθήνας φτάνει τα 10 ευρώ ανά γέμισμα, ένας μέσος εργαζόμενος στα νησιά καλείται να δαπανήσει έως και 500 ευρώ επιπλέον ετησίως μόνο και μόνο επειδή ζει στην παραμεθόριο.
Αυτό το «κόστος ιθαγένειας» είναι που προκαλεί το βαθύ αίσθημα της αδικίας, ειδικά όταν οι μνήμες από την ενεργειακή κρίση του 2022, μετά την εισβολή στην Ουκρανία, είναι ακόμη νωπές. Τότε, οι τιμές είχαν φτάσει πάλι σε δυσθεώρητα ύψη, όμως σήμερα η κόπωση της κοινωνίας είναι μεγαλύτερη και οι αντοχές των οικογενειακών προϋπολογισμών εξαντλημένες.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δραματική όσο απομακρυνόμαστε από τα μεγάλα λιμάνια και τα κέντρα εφοδιασμού της Ρόδου. Στη Ρόδο και την Κω, όπου ο ανταγωνισμός και ο όγκος της κατανάλωσης συγκρατούν κάπως την κατάσταση, οι τιμές κινούνται μεταξύ 1,84 και 1,92 ευρώ.
Ωστόσο, σε νησιά όπως η Πάτμος και οι Λειψοί, η εικόνα στις αντλίες προκαλεί ίλιγγο, με τις τιμές να έχουν ήδη αγγίξει τα 2,02 ευρώ το λίτρο. Η εξέλιξη αυτή τεκμηριώνεται μαθηματικά από το δυσβάσταχτο κόστος της δευτερογενούς μεταφοράς. Τα καύσιμα δεν φτάνουν στα μικρά νησιά με δεξαμενόπλοια, αλλά μέσω μιας δαπανηρής αλυσίδας μεταφορτώσεων σε βυτιοφόρα και πλοία της γραμμής, προσθέτοντας ένα πάγιο «καπέλο» που κυμαίνεται από 10 έως 12 λεπτά ανά λίτρο στο τελικό κόστος.
Η άνοδος που καταγράφεται σήμερα στα πρατήρια των Δωδεκανήσων αποτυπώνεται καθαρά αν συγκριθούν οι τιμές των τελευταίων ημερών. Στα τέλη Φεβρουαρίου η μέση τιμή της αμόλυβδης στον νομό κινούνταν περίπου στα 1,83–1,85 ευρώ το λίτρο, ενώ σήμερα, 4 Μαρτίου 2026, έχει διαμορφωθεί κοντά στα 1,88–1,90 ευρώ. Η αύξηση αυτή αντιστοιχεί σε περίπου 4 έως 6 λεπτά το λίτρο μέσα σε λιγότερο από μία εβδομάδα.
Αντίστοιχη μεταβολή καταγράφεται και σε πανελλαδικό επίπεδο. Η μέση τιμή της αμόλυβδης στην Ελλάδα βρισκόταν στα τέλη Φεβρουαρίου περίπου στα 1,71–1,72 ευρώ το λίτρο, ενώ σήμερα κινείται κοντά στα 1,74 ευρώ. Στην πράξη, η διεθνής αναστάτωση στην αγορά ενέργειας μεταφράστηκε σε άνοδο περίπου 2 έως 3 λεπτών το λίτρο σε λίγες ημέρες.
Η αύξηση εμφανίζεται πιο έντονη στα νησιά, καθώς στο κόστος του καυσίμου προστίθεται και το μεταφορικό κόστος. Έτσι, κάθε μικρή μεταβολή στη διεθνή τιμή του πετρελαίου περνά γρηγορότερα και με μεγαλύτερη ένταση στις αντλίες των πρατηρίων στα Δωδεκάνησα.
Η αληθινή «βόμβα» στα θεμέλια της τοπικής οικονομίας δεν είναι μόνο η αμόλυβδη, αλλά το Diesel κίνησης. Με τη μέση τιμή του στα Δωδεκάνησα να βρίσκεται στα 1,68 ευρώ το λίτρο, η επιβάρυνση στην εφοδιαστική αλυσίδα είναι άμεση. Σε μια περιοχή όπου σχεδόν κάθε προϊόν επιβαρύνεται με ναύλα και οδική διανομή εντός των νησιών, η αύξηση του Diesel λειτουργεί ως επιταχυντής του πληθωρισμού. Ο νησιώτης πληρώνει την ακρίβεια «διπλά». Μία φορά στην αντλία και μία στο ράφι, καθώς οι μεταφορικές εταιρείες ενσωματώνουν το κόστος στις τιμές των υπηρεσιών τους.
Επιπλέον η χρονική συγκυρία της ανόδου είναι κρίσιμη, καθώς προετοιμαζόμαστε για την τουριστική περίοδο. Οι επιχειρήσεις ενοικίασης αυτοκινήτων και τα τουριστικά λεωφορεία βρίσκονται μπροστά σε ένα ακανθώδες πρόβλημα προγραμματισμού.
Αν η ένταση στη Μέση Ανατολή συνεχιστεί, η ενσωμάτωση των νέων φορτίων την επόμενη εβδομάδα θα σπρώξει τη μέση τιμή στον νομό προς τα 1,95 με 1,98 ευρώ. Τα δύο ευρώ δεν θα αποτελούν πλέον την εξαίρεση, αλλά τον κανόνα.
Για τον κάτοικο των νησιών της Δωδεκανήσου, το ερώτημα δεν είναι πλέον αν θα ακριβύνει η βενζίνη, αλλά αν η τοπική κοινωνία μπορεί να αντέξει ακόμη ένα καλοκαίρι σε συνθήκες ενεργειακής ασφυξίας.
Σχόλια αναγνωστών
Τα σχόλια δημοσιεύονται κατόπιν έγκρισης.